Αγίου Νεκταρίου, Μάθημα Ποιμαντικής, κεφ. β Περί Εκκλησίας,  σελ. 22, Αθήναι 1898

 

Σκοπός και έργον της Εκκλησίας

Σκοπός της Εκκλησίας εστίν η σωτηρία του γένους των ανθρώπων και η αποκατάστασις της Βασιλείας του Θεού επί της γης, της υπό της αμαρτίας διαταραχθείσης και η επικράτησις της αγάπης, της χαράς και της ελευθερίας επί της γης.

Δια της Εκκλησίας συμφιλιούται πάλιν μετά του Θεού ο άνθρωπος ο δια την αμαρτίαν εχθρός αυτού καταστάς και μέτοχος αύθις αναδείκνυται της αρχαίας αυτού χάριτος και δόξης.

Το έργον της απολυτρώσεως και του αγιασμού ανετέθη υπό του Σωτήρος Χριστού τη Εκκλησία και επεσφραγίσθη δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, ίνα μένη εν τη Εκκλησία, διο και μόνη αυτή επιδαψιλεύει τον αγιασμόν και την απολύτρωσιν και φέρει τον άνθρωπον εις επικοινωνία προς τον Θεόν.

Η αποστολή αυτή της Εκκλησίας ανυψοί αυτήν εις περιωπήν, ήτις διακρίνει τους λειτουργούς αυτής ου μόνον του λοιπού κόσμου, αλλά και αυτών των μεταλαβόντων του αγιασμού και της απολυτρώσεως (Ιωαν. ιε. 19) 

 

Οι λειτουργοί της Εκκλησίας   

Ποίoν εστί το έργον των λειτουργών της Εκκλησίας;

Έργον των λειτουργών της Εκκλησίας εστί α) το επιτελείν τα μυστήρια, β) το κηρύττειν τον λόγον του Θεού εν τη του Χριστού Εκκλησία και γ) το διακυβερνάν και ποιμαίνειν καλώς την διαπιστευθείσαν αυτοίς υπό του Χριστού πνευματικήν ποίμνην. Κατά ταύτην την τρίττην λειτουργίαν αυτών οι λειτουργοί της Εκκλησίας την τριττήν αναλαμβάνουσι του Σωτήρος εν τη Εκκλησία ενέργειαν, ήτοι την της απολυτρώσεως, την της διδασκαλίας και την της ποιμαντορίας διότι ο Θεάνθρωπος ταύτα Αυτός εκτελέσας, εντολήν έδωκε τοις εαυτού μαθηταίς, ίνα μετά την εις ουρανούς ένδοξον Αυτού Ανάληψιν, αυτοί ταύτα επιτελώσι και οι παρ αυτών κατασταθέντες λειτουργοί, διδάσκαλοι και ποιμένες εις το διηνεκές μέχρι συντελείας των αιώνων εν τω αυτώ της Εκκλησίας σώματι. Κατά ταύτα οι λειτουργοί της Εκκλησίας, ήτοι ο Ιερός Κλήρος προσηκόντως δύναται να κληθή το ορατόν του νοερώς εν τη Εκκλησία ενεργούντος Αγίου Πνεύματος.

(Αυτόθι σελ. 23)

   


 

Αγίου Νεκταρίου, Μελέτη περί της Μιας Εκκλησίας,μνημ. έκδοσις, κεφ. Γ, σελ. 19-20,

 

Το έργον της Εκκλησίας

Το έργον της Εκκλησίας ορίζει ο Απόστολος Παύλος λέγων: Και αυτός έδωκε τους μεν Αποστόλους, τους δε Προφήτας, τους δε Ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους προς τον καταρτισμόν των αγίων, εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού, μέχρι καταντήσωμεν οι πάντες εις την ενότητα της πίστεως και την επίγνωσιν του Υιού του Θεού.( Εφες. δ .11-13).

Η Εκκλησία άρα ιδρυθείσα υπό του Σωτήρος Χριστού έλαβε τέλειον οργανισμόν και εστι σώμα οργανικόν έχον κεφαλήν τον Χριστόν και οδηγόν το Πανάγιον Πνεύμα, το συγκροτούν τον θεσμόν της Εκκλησίας και δαψιλεύον αυτή τας θείας δωρεάς.

Η Εκκλησία ως οργανικόν σώμα είναι ορατή και συνδέει εις εν όλον όλα τα μέλη αυτής, τα τε άγια και τα ασθενή.

 Τα ασθενή μέλη της Εκκλησίας ουδόλως παύονται τελούντα μέλη του σώματος αυτής. Διότι αναγεννηθέντες δια των μυστηρίων και γεννηθέντες τέκνα χάριτος αδύνατον του λοιπού να αποστασθώσιν αυτής, και εάν έτι και υπό εκκλησιαστικήν τελώσι πειθαρχικήν τιμωρίαν και εξωκκλησιασμόν, διότι μετά του προπατορικού αμαρτήματος απαλλαγήν ουδεμία ετέρα θέσις πλην της Εκκλησίας υφίσταται.

 Εν τω κόσμω εν μόνον υπήρξε ενδιαίτημα δια τον άνθρωπον, ο Παράδεισος, ένθα η Εκκλησία του Θεού, εν η η σωτηρία του ανθρώπου.

 

Μία η Εκκλησία

 Κατά το ορθόδοξον πνεύμα μία υπάρχει Εκκλησία η ορατή Εκκλησία του Χριστού, εν η αναγεννάται ο από του χώρου της αμαρτίας ερχόμενος άνθρωπος και εν αυτή διαμένει ο,τε άγιος και ο αμαρτωλός.

Ο αμαρτωλός ως μέλος της Εκκλησίας δεν φέρι φθορά εις το λοιπόν της Εκκλησίας σώμα, διότι τα μέλη της Εκκλησίας εισί μέλη του σώματος αυτής, αλλά εισίν ελεύθερα ηθικά όντα και ουχί ανελεύθερα, όπως τα μέλη του ζωϊκού σώματοςτού επηρεαζομένου εκ της νόσου ενός των μελών αυτού...

Η oρθή της Εκκλησίας γνώμη είναι ότι η Εκκλησία διακρίνεται στρατευομένην και θριαμβεύουσαν, στρατευομένη μεν είναι εν όσω αγωνίζεται κατά της κακίας υπέρ της επικρατήσεως του αγαθού, θριαμβεύουσα δε εν ουρανώ, ένθα ο χωρός των δικαίων των αγωνισαμένων και τελειωθέντων εν τη πίστει του Θεού και τη αρετή.

(Αυτόθι, σελ. 21) 

 


 

Αγίου Νεκταρίου, Μελέτη περί της Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, κεφ. Δ, σελ. 24-25, Αθήναι 1913

 

Η αυθεντία και το κύρος της Εκκλησίας

Η Εκκλησία ως θεοσύστατον ίδρυμα καθοδηγείται υπό του Παναγίου Πνεύματος του μένοντος εν αυτή εις τον αιώνα, και αποφαίνοντος αυτήν αλάθητον των δογμάτων γνώμονα στύλον και εδραίωμα της αληθείας. Αύτη διαφυλάτει αγνήν και απαραχάρακτον την Αποστολικήν Διδασκαλίαν. Αύτη μόνη δύναται να ποδηγετή προς την αλήθειαν και να τελή ο μόνος αλάνθαστος κριτής ο δικαιούμενος να αποφανθή περί των σωτηριωδών αληθειών της αποκαλυφθείσης διδασκαλίας και να εξελέγξη  το ψεύδος και την πλάνην. Η μία, αγία, καθολική και Αποστολική Εκκλησία εκπροσωπουμένη υπό των καθ όλου λειτουργών αυτής εν ταις Οικουμενικαίς Συνόδοις εστίν μόνος αυθεντικός κριτής και φυσικός τεταγμένος φρουρός της θεοπνεύστου διδασκαλίας.

Η Εκκλησία αποφαίνεται περί της γνησιότητος και του κύρους των Αγίων Γραφών. Αύτη εγγυάται περί της ακριβούς διατηρήσεως εν τοις εαυτοίς κόλποις της γνησίας και αδιαφθόρου Αποστολικής παραδόσεως και διδασκαλίας. Αύτη μόνη δύναται να βεβαιώση, ερμηνεύση και διατυπώση τα αποκαλυθείσας αληθείας τη επιστασία του Αγίου Πνεύματος. Μόνη η Εκκλησία χειραγωγεί τους εις Χριστόν πιστεύσαντας εις την ορθήν των Αγίων Γραφών κατανόησιν και μόνη αύτη μεριμνά υπέρ αυτών όπως ασφαλώς και σταθερώς προς την σωτηρίαν βαίνωσιν.

 


 

Αγίου Νεκταρίου, Ορθόδοξος Ιερά Κατήχησις ,μνημ. έκδοσις, άρθρον θ του Συμβόλου της πίστεως σελ. 94,  Αθήναι 1899

 

Εις μίαν Αγίαν Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν

Δια του θ άρθρου του ιερού Συμβόλου της πίστεως ομολογούμεν ότι μετά την προς τον Τριαδικόν Θεόν πίστιν,  πιστεύομεν εις την Εκκλησίαν του Τριαδικού Θεού, ήτοι εις το θείον θρησκευτικόν καθίδρυμα, το ιδρυθέν υπό του Σωτήρος Χριστού και εγκαινισθέν δια της επιφοιτήσεως του αγίου Πνεύματος  κατά την ημέραν της αγίας Πεντηκοστής εν τω συνόλω των διδαχθησών αληθειών, των θεσμών, των μυστηρίων και των εντολών αυτού του Θείου Ιδρύματος, και ότι εν μόνη ταύτη τη Εκκλησία εστί σωτηρία τω κόμω. Διότι ο σκοπός της ιδρύσεως και η εν τω κόμω αποστολή αυτής εστιν η αποκατάστασις της Βασιλείας του Θεού επί της γης δια της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους και της επικοινωνίας αυτού προς το Θείον.

 

Διατί πιστεύομεν εις μίανΕκκλησίαν;        

Λέγομεν ότι πιστεύομεν εις Εκκλησίαν, διότι άνευ πίστεως αδύνατόν εστι να κατανοήσωμεν και να δεχθώμεν την εν αυτή τελούμενην σωτηρίαν του ανθρωπίνου γένους και να αποδεχθώμεν άπαντα τα τελούμεν μυστήρια προς σωτηρίαν και αγιασμόν του ανθρώπου, ως και απάσας τας υπ αυτής διαδασκομένας αληθείας.  Αφού δε εστιν αδύνατον να νοήσωμεν μυστήρια Θεού, οφείλομεν να πιστεύωμεν εις την Εκκλησίαν την διδαχθείσαν και βεβαιωθείσαν υπό του αγίου Πνεύματος περί της δυνάμεως και ενεργείας αυτών.

Τι εννοούμεν λέγοντες εις μίαν Εκκλησίαν;

Λέγοντες εις μίαν Εκκλησίαν νοούμεν το εν και μόνον θρησκευτικόν καθίδρυμα το επί της γης υπό του Σωτήρος Χριστού και του Αγίου Πνεύματος καθιδρυθέν και εγκαινισθέν, ούτινος η κεφαλή ο Χριστός, ήτοι την μίαν Αγίαν Καθολική και Αποστολικήν Εκκλησίαν, ης Νυμφίος εστίν αυτός ο Χριστός ως δε εις ο Νυμφίος, μία και η Νύμφη.

(Αυτόθι) 

 


 

Αγίου Νεκταρίου, Μελέτη περί της Μιας Εκκλησίας,μνημ. έκδοσις, σελ. 12-14,

 

Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ο Μέγας Αρχιερεύς της εαυτού Εκκλησίας

Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ως Μέγας Αρχιερεύς προσέφερεν εαυτόν ως άμωμον ιερείον τω Θεώ και Πατρί, Θυσίαν ιλαστήριον, γενόμενος θύτης και θύμα, και εξιλάσατο και ικανοποίησε την θείαν δικαιοσύνην την προσβληθείσαν υπό της αμαρτίας των ανθρώπων δια της παραβάσεως του θείου νόμου, αναλαβών ως αναμάρτητος αντιπρόσωπος του ανθρωπίνου γένους ενώπιον του Θεού και Πατρός πάσαν τιμωρίαν, ης ο άνθρωπος αμαρτήσας ήτο άξιος, και εκχέας επί του Σταυρού το τίμιον και σωτήριον εαυτού αίμα και κυρώσας την Καινήν Διαθήκην, ην συνέθετο προς τον Πατέρα, δι ης σώζεται πας ο πιστεύων εις Αυτόν, ομολογών ιλαστήριον τον σταυρικόν αυτού θάνατον.

Η θυσία αυτή εστί το καθαρτήριον λουτρόν της ανθρωπότητος, το καθαρίσαν και αποπλύναν του ρύπου της αμαρτίας το ανθρώπινον γένος και αγιάζον τους πιστεύοντας αυτώ και βαπτιζομένους εν τω ονόματι της αγίας Τριάδος της κυρωσάσης την Καινήν Διαθήκην.

 

Η ίδρυσις της επί γης Βασιλείας του Θεού, της Εκκλησίας

Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ως Βασιλεύς ίδρυσεν επί της γης Βασιλείαν ουρανών ευθύς μετά την Ανάληψιν αυτού, ότε εκάθισεν εν δεξιά του Θεού και Πατρός και έλαβε παρά του Ανάρχου Αυτού Πατρός την εξουσίαν εν Ουρανώ και επί γης. Βασιλεία δ αυτού επί γης εστιν η Εκκλησία Αυτού. Ο Ιησούς ως Βασιλεύς ιδρύει Βασιλείαν αιώνιον, προνοεί περί της εαυτού Βασιλείας, τίθησι συνθήκας, σφραγίζει όρασιν και προφητείαν και καταπαύει θυσίαν και προσφοράν (Δαν. θ . 24) διοικεί, κυβερνά, και διευθύνει αυτήν αϊδίως δια των ιερών αυτής λειτουργών, μεταδίδωσιν αδιαλείπτως και δαψιλώς τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματοςπρός κραταίωσιν και ενάπτυξιν και εξάπλωσιν αυτής.

Ο Σωτήρ ως Βασιλεύς Αγιάζει, παρηγορεί, διαφυλάττει, ανεγείρει και δοξάζει τον λαόν Αυτού (Ιωάν. ιε . 26,  Πραξ. β . 33-36), ως Βασιλεύς διατηρεί την εν τη Βασιλεία αυτού τάξιν χορηγών εν τη Εκκλησία λειτουργούς. Ο Ιησούς ως Βασιλεύς έδωκε νόμους τω λαώ Αυτού ως Βασιλεύς εζήτησεν υποταγήν τοις νόμοις Αυτού ως Βασιλεύς εζήτησε την θυσίαν και αυτής της ζωής των οπαδών Αυτού υπέρ εαυτού και της Βασιλείας αυτού.

(Αυτόθι, σελ. 21) 

 


 

Αγίου Νεκταρίου, Μελέτη Ιστορική περί των αιτιών του σχίσματος, Ενότης των Εκκλησιών, σελ. 70, Αθήναι 1911

 

Ενότης της Εκκλησίας

Ενότης της Εκκλησίας κατά τας αγίας Γραφάς είναι ο μυστικός ιερός σύνδεσμος των εις Χριστόν πιστευόντων δια της κοινής ομολογίας της πίστεως, της ελπίδος, της αγάπης προς τον Νυμφίον Χριστόν και δια της αυτής λατρείας.

 Τον χαρακτήρα της ενότητος ταύτης  ευρίσκομεν εν ταις αγίαις Γραφαίς. Εν τη προσευχή του Σωτήρος ημών προς τον Ουράνιον αυτού Πατέρα καταδεικνύεται η ενότης της Εκκλησίας. Ο Ιησούς μέλλων προς το εκούσιον αυτού να πορευθή πάθος αναπέμπει Υψηλήν και πλήρη στοργής δέησιν προς τον Πατέρα αυτού και αιτείται παρ αυτού ίνα τηρή πάντας τους εις αυτόν πιστεύοντας και πιστεύσοντας εν τω συνδέσμω της αγάπης. Πάτερ, αγίασον αυτούς εν τη αληθεία Σου ο λόγος ο Σος αλήθειά εστιν... Ου περί τούτων δε ερωτώ (=παρακαλώ) μόνον, αλλά και περί των πιστευσόντων δια του λόγου αυτών εις εμέ. Ίνα πάντες εν ώσι, καθώς συ Πάτερ εν εμοί, καγώ εν σοι, ίνα και αυτοί εν ημίν εν ώσιν ίνα ο κόσμος πιστεύση, ότι συ με απέστειλας...

 

Τα αληθινά γνωρίσματα της ενότητος της Εκκλησίας        

Η ενότης άρα της Εκκλησίας έγκειται εν τη μετά του Κυρίου ενώσει των μελών αυτής. Πάντες οι εις Χριστόν πιστεύσαντες δια των αγίων Αποστόλων ηνώθησαν μετά του Ιησού και ηγιάσθησαν εν τη αληθεία του Θεού και Πατρός.

 Η ενότης άρα είναι εσωτερική, μυστική, άμεσος, θεία, τελεία, τετελειωμένη θεία ευδοκία και αγάπη, ακί ουδενός δείται εξωτερικού συνδέσμου προς σύστασιν της ενότητος.

Οι πιστεύσαντες έλαβον την χάριν και την αλήθειαν, το φως και την ζωήν δια Ιησού Χριστού και ηνώθησαν μετ αυτού. Τι δύναται να χωρίση αυτούς από της ενότητος της μετά του Κυρίου; Εάν δε ο δεσμός ούτος εστι τέλειος, τις η χρεία ετέρων δεσμών, ετέρας πίστεως;

(Αυτόθι, σελ. 71) 

 


 

Αγίου Νεκταρίου, Ορθόδοξος Ιερά Κατήχησις ,μνημ. έκδοσις, σελ. 95

 

Μίαν Εκκλησίαν αποτελούν αι εν όλω τω κόσμω ομόδοξοι Εκκλησίαι

Μάλιστα αι εν όλω τω κόσμω Εκκλησίαι άπασαι μίαν και την αυτήν αποτελούσιν αγίαν Εκκλησίαν, διότι μίαν και την αυτήν ομολογούσιν ομολογίαν της πίστεως, και από μιας και της αυτής εξανέτειλαν Εκκλησίας, μεθ ης εισιν αρρήκτως πνευματικώς ηνωμέναι ο τόπος εστίν ανίσχυρος προς διαίρεσιν της ενότητος της Εκκλησίας, όταν η συμφωνία του πνεύματος ενοί αυτάς.

 Τι εννοούμεν λέγοντες Αγίαν Εκκλησίαν;

 Λέγοντες Αγίαν Εκκλησίαν εννοούμεν και ομολογούμεν ότι η μία του Χριστου Εκκλησία εστίν Αγία α) διότι ο Σωτήρ ο Ιδρυτής αυτής ηγίασεν αυτήν καθαρίσας δια του ιδίου αίματος, ίνα παραστήση αυτήν εαυτώ την Εκκλησίαν, ένδοξον, μη έχουσαν σπίλον η ρυτίδα η τι των τοιούτων, αλλά ίνα η αγία και άμωμος (Εφεσ. ε 27) και β) διότι ενεκαινίασε και ηγίασεν αυτή εις τον αιώνα και αγιάζει δια παντός. 

 

Η Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού

Τι εννούμεν λέγοντες Καθολικήν;

Λέγοντες Καθολικήν εννούμεν ότι το θείον τούτο θρησκευτικόν καθίδρυμα του Σωτήρος Χριστού, το ενιαίον και άγιον έστι καθολικόν και περιλαμβάνον άπαντας τους εις Χριστόν πιστεύοντας και προωρισμένον να περιλάβη και άπασαν την ανθρωπότητα, όπως αγιάση και σώση αυτήν και ενώση μετά του σώματος του Χριστού. Προσέτι ομολογούμεν ότι αι απανταχού Εκκλησίαι αι ομολογούσαι την αυτήν ομολογίαν εισι μία και αυτή αγία του Χριστού Εκκλησία ως εν Σώμα Χριστού.

Τι εννοούμεν λέγοντες Αποστολικήν;

Δια του νέου τούτου χαρακτηριστικού εννοούμεν και ομολογούμεν ότι η Αγία και Καθολική Εκκλησία εστιν η Εκκλησία η υπό των Αγίων Αποστόλων εν πάσι τοις έθνεσιν ιδρυθείσα λέγομεν Αποστολικήν ουχ ότι εστίν ίδιον των Αποστόλων καθίδρυμα η Εκκλησία του Χριστού, αλλ ίνα ομολογήσωμεν και προσδιορίσωμεν αυτήν ακριβώς, ότι η μία Αγία και Καθολική Εκκλησία εστίν η Εκκλησία του Χριστού η ιδρυθείσα υπό των αγίων Αυτού Αποστόλων εν πάσι τοις έθνεσιν.

(Αυτόθι) 

 


 

Αγίου Νεκταρίου, Μελέτη περί των αιτιών του σχίσματοςΕνότις των Εκκλησιών, σελ. 71, Αθήναι 1911

 

Οι πιστοί της Εκκλησίας

Οι πιστεύσαντες ειλκύσθησαν προς τον Σωτήραν υπό του πέμψαντος αυτόν Πατρός, (Ιωαν. ς44) και έλαβον την χάριν της απολυτρώσεως ως δε αλήθεια, ηλευθέρωσεν αυτούς από της δουλείας της αμαρτίας, τις δύναται να στερήση αυτούς της εν Χριστώ ελευθερίας;

 Οι πιστεύσαντες εγένοντο υιοί φωτός και μέτοχοι δόξης αιωνίου, τις δύναται να αφαιρέση απ αυτών τον φωτισμόν και την δόξαν;

 Οι πιστεύσαντες εγένοντο υιοθετοί Θεού δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού,  τις την υιοθεσίαν ταύτην δύναται να αρνηθή, η να άρη;

 Οι πιστεύσαντες εγένοντο δια της Θείας Μεταλήψεως κοινωνοί του Σώματος και Αίματος του Κυρίου, μένουσι δε εν τω Χριστώ και ο Χριστός εν αυτοίς, τις ισχυρός να διαρρήξη τα θεία ταύτα δεσμά της ενότητος;

 Οι πιστεύοντες λαμβάνουσι Πνεύμα Άγιον, το πάντα συγκροτούν τον θεσμόν της Εκκλησίας και αναδεικνύον ταύτην Μίαν Αγίοαν και Καθολικήν, τις δύναται να διασπάση την ενότηταν αυτής; Ματαία άρα η απαίτησις εξωτερικού συνδέσμου και ετέρας πίστεως, εκ των Γραφών μάλιστα αποκρουομένης, προς εξασφάλισιν της σωτηρίας των πιστευόντων εις τον Κύριον Ιησούν Χριστόν.    

 


Αγίου Νεκταρίου, Μελέτη περί της Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, κεφ. Α, σελ. 10, Αθήναι 1913

 

Τι είναι η Εκκλησία

H Εκκλησία κατά το ακραιφνές της Ορθοδοξίας πνεύμα δύο έχει σημασίας, μίαν εκφράζουσαν τον δογματικόν και θρησκευτικόν αυτής χαρακτήρα, ήτοι τον εσωτερικόν, τον ιδιαζόντως πνευματικόν, και ετέραν εκφράζουσα τον υπό της σημασίας της λέξεως εκδηλούμενον, ήτοι τον εξωτερικόν. Κατά ταύτα η Εκκλησία κατά το Ορθόδοξον πνεύμα και την Ορθόδοξον ομολογίαν διττώς ορίζεται : ως θρησκευτικόν καθίδρυμα και ως θρησκευτική κοινωνία. Ο ορισμός της Εκκλησίας ως θρησκευτικού καθιδρύματος δύναται να διατυπωθή ούτως: Εκκλησία εστι θείον θρησκευτικόν καθίδρυμα της Καινής Διαθήκης το οικοδομηθέν υπό του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού δια της ενσάρκου Αυτού Οικονομίας, το ιδρυθέν επί της προς Αυτόν πίστεως και ορθής ομολογίας, και εγκαινισθέν κατά την ημέραν της αγίας Πεντηκοστής τη επιφοιτήσει του Παναγίου και Τελεταρχικού Πνεύματος επί τους Αγίους Μαθητάς και Αποστόλους του Σωτήρος Χριστού, ους ανέδειξεν όργανα της Θείας Χάριτος προς διαιώνισιν του απολυτρωτικού έργου του Σωτήρος, εν ω το σύνολον των αποκαλυφθεισών αληθειών εστιν εμπεπιστευμένον, εν ω ενεργεί η Θεία Χάρις δια των μυστηρίων, εν ω αναγεννώνται οι πίστει προς τον Χριστόν Σωτήρα προσερχόμενοι, εν ω η τε έγγραφος και άγραφος Αποστολική διδασκαλία και παράδοσις διεσώθη.

Ο ορισμός της Εκκλησίας ως θρησκευτικής κοινωνίας δύναται να ορισθή ούτως: Εκκλησία εστί κοινωνία ανθρώπων ηνωμένων εν τη ενότητι του Πνεύματος, εν τω συνδέσμω της Ειρήνης (Εφέσ. δ,3)   

 


Αγίου Νεκταρίου, Ορθόδοξος Ιερά Κατήχησις ,μνημ. έκδοσις, άρθρον θ του Συμβόλου της πίστεως σελ. 94,  Αθήναι 1899

 

Ότι ο τόπος εν ω δει προσκυνείν τον Θεόν εστίν η Εκκλησία

Η Εκκλησία της Καινής Διαθήκης εστίν ο τόπος, εν ω οι αληθινοί προσκυνηταί προσφέρουσι τω Θεώ, τω απολύτω Πνεύματι, την εν Πνεύματι και αληθεία λατρείαν.

Η Εκκλησία ιδρύθη υπό του Σωτήρος Ιησού Χριστού επί τη προς εαυτόν πίσει των ομολογησάντων αυτόν, Υιόν του Θεού του ζώντος. Ταύτην ο Κύριος ωνόμασε μικρόν ποίμνιον. Την Εκκλησίαν ταύτην ενεκαινίασε το επιφοιτήσαν κατά την Πεντηκοστήν Πνεύμα άγιον. Ταύτην απετέλεσαν πάντες οι πιστεύσαντες τον Χριστόν Υιόν του Θεού ζώντος. Ταύτη ο Θεός έθετο πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, έπειτα δυνάμεις, είτα χαρίσματα ιαμάτων, αντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών (ΑΚορινθ. ιβ 28-31)

Η Εκκλησία αύτη εστιν το σώμα του Χριστού, πάντες δε οι αναγεννηθέντες δι ύδατος και Πνεύματος μέλη εισί Χριστού και γαρ εν ενί Πνεύματι ημείς πάντες εις εν Πνεύμα εποτίσθημεν (ΑΚορινθ. ιβ 12-14). Η Εκκλησία αύτη ιδρύθη υπό του Σωτήρος, ίνα μείνη εις τον αιώνα, όπως διαιωνίση το απολυτρωτικόν έργο του Σωτήρος.

 

Η Ιερωσύνη ως ιερά Διακονία   

H ιερωσύνη είναι μέγα και υψηλόν υπούργημα, πρώτον δια την εαυτής αρχήν και, δεύτερον, δια το έργον της αποστολής αυτής.

Η ιερωσύνη είναι υψηλόν τι και μέγα δια την εαυτής αρχήν, διότι αρχή ταύτης είναι ο Κύριος ημών Ιησού Χριστός, όστις παραδούς εαυτόν υπέρ ημών προσφοράν και θυσίαν τω Θεώ και Πατρί εις οσμήν ευωδίας, εγένετο Αρχιερεύς κατά την τάξιν Μελχισεδέκ (προς Εβραίους, ε10).

Ούτος ο Μέγας Αρχιερεύς παρέδωκε τοις ιεροίς αυτού μαθηταίς και Αποστόλοις το της ιερωσύνης μυστήριον ίνα διαμείνη εις τον αιώνα. Ούτοι δε παρέδωκαν προς τους εαυτών μαθητάς, παρ ων και μεις τη χάριτι και ενεργεία του Αγίου Πνεύματος ελάβομεν.

Η ιερωσύνη είναι μέγα και υψηλόν υπούργημα δια το έργον της εαυτής αποστολής, όπερ είναι είναι μέγα και υψηλόν, διότι η ιερωσύνη σκοπόν προτίθεται να αγιάση και σώση άπασαν την ανθρωπότητα, μεταδίδουσα την χάριν της απολυτρώσεως εις απάσας τας επερχομένας γενεάς μέχρι της συντελείας του αιώνος, όπως άπασα η ανθρωπότης σωθή δια της θυσίας του Σωτήρος της ανθρωπότητος Ιησού Χριστού.

 

(Αγίου Νεκταρίου, Ποιμαντικαί Ομιλίαι, α, Περί της πολιτείας του Ιερού Κλήρου..., σελ. 5-6)