ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΙΟΥΛΙΟΣ & ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ

Oι Αιγινήτες Ιεραπόστολοι

 

 

 

Στην Αίγινα ο χριστιανισμός εξαπλώθηκε γρήγορα και ανεμπόδιστα. Έτσι, στις αρχές του 4ου αι. μ.Χ. συναντάμε δύο σπουδαίες ιεραποστολικές μορφές, τον διάκονο Ιουλιανό και τον πρεσβύτερο Ιούλιο. Τα δύο αδέλφια, που γεννήθηκαν ο μεν πρώτος το 319 μ.Χ ,ο δε δεύτερος το 330 μ.Χ., κατάγονταν από πλούσια χριστιανική Αιγινήτικη οικογένεια πιθανότατα από την Παχεία Ράχη της Αίγινας. Αφού πήραν την στοιχειώδη εκπαίδευση στο νησί τους, στην συνέχεια πήγαν για ανώτερες σπουδές στην Αθήνα, όπου και σπούδασαν μαζί με τον Μέγα Βασίλειο, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον Ιουλιανό τον μετέπειτα αυτοκράτορα.

Ο Ιούλιος και ο Ιουλιανός , θαυμάζοντας το έργο του Αποστόλου Παύλου, αποφάσισαν να τον μιμηθούν. Αυτό και έκαναν , κηρύσσοντας, βαπτίζοντας, κτίζοντας χριστιανικές εκκλησίες και γκρεμίζοντας ειδωλολατρικούς ναούς. Έτσι, μετά την χειροτονία τους, άρχισαν την μεγάλη πορεία τους , κηρύττοντας την ορθή πίστη στα αφιλόξενα κράτη της Βαλκανικής , στην Βοημία , την  Πολωνία και την Ουγγαρία.

Είναι χαρακτηριστικό ένα περιστατικό που έγινε με τους Αγίους σ΄ ένα χωριό της περιοχής του Δούναβη. Εκεί είδαν όλους τους κατοίκους συγκεντρωμένους  στην πλατεία, και στη μέση ήταν δεμένος ένας νεαρός δαιμονισμένος .Οι ιερείς του χωριού ετοιμάζονταν να τον κάψουν, για να γλιτώσει το χωριό .Οι Άγιοι εξόρκισαν το δαιμόνιο και κάνοντας το σημείο του σταυρού τον θεράπευσαν. Όλο το πλήθος έμεινε κατάπληκτο, η θυσία ματαιώθηκε, ο νεαρός σώθηκε και -το σημαντικότερο- πολλοί πίστεψαν στον Θεό του Ιούλιου και του Ιουλιανού , τον αληθινό Θεό που τους αποκάλυψαν.

Στα χρόνια του Θεοδοσίου του Μεγάλου, και ενώ πάπας Ρώμης ήταν ο Δάμασος ο Α΄, τα δύο αδέλφια επισκέφθηκαν την Ρώμη, με σκοπό να προσκυνήσουν τον τόπο που αποκεφαλίστηκε ο Απόστολος Παύλος. Εκεί οι Άγιοι συναντήθηκαν με δύο σημαντικά για την μετέπειτα πορεία τους πρόσωπα. Ο πρώτος ήταν ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος,  από τον οποίο πήραν ιδιόχειρη άδεια να μπορούν ελεύθερα να διαδίδουν τον Χριστιανισμό σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Και ο δεύτερος ήταν ο πάπας της Ρώμης, ο οποίος διακρίνοντας τις ικανότητες τους , τους έστειλε στην Βόρεια Ιταλία , και συγκεκριμένα στο Μιλάνο, για να βοηθήσουν τον επίσκοπο της περιοχής Άγιο Αμβρόσιο. Εκεί ήταν που επιτέλεσαν το μεγαλύτερο έργο τους , βάπτισαν χριστιανούς , έκτισαν εκκλησίες - περίπου 100 ο καθένας τους - θεράπευσαν αρρώστους κ.α. Το σημαντικότερο όμως από όλα είναι ότι επανέφεραν την ειρήνη στην εκκλησία της Νοβάρας.

Αργότερα και ύστερα από 50 χρόνια αγώνα και οδοιπορίας, αποφάσισαν να αποσυρθούν. Ο καθένας διάλεξε από ένα νησί στις λίμνες Ματζόρε και Όρτα. Τα δύο αδέρφια θα χώριζαν για πρώτη φορά στην ζωή τους. Το νησί που είχε διαλέξει ο Ιούλιος ήταν έρημο και απομονωμένο, ένας βράχος γεμάτος φίδια και ερπετά και κανένας βαρκάρης δεν τον μετέφερε εκεί από φόβο. Τότε ο Ιούλιος άπλωσε το ράσο επάνω στο νερό και πέρασε απέναντι. Εκεί, με την βοήθεια του Θεού και με την δύναμη του Χριστού να πατάς επάνω σε φίδια και σκορπιούς, ο Άγιος τα υπέταξε.

Ο Ιουλιανός αρρώστησε βαριά  και κοιμήθηκε σε ηλικία 72 ετών τον Ιανουάριο του 391μ.Χ. Ο Ιούλιος έζησε ήρεμα για άλλα 10 χρόνια με προσευχή  και νηστεία στο νησί του, το οποίο πήρε και το όνομα του. Η μνήμη του Αγίου Ιουλιανού εορτάζεται στις 7 Ιανουαρίου, του Αγίου Ιουλίου στις 31 Ιανουαρίου, και η ανακομιδή των λειψάνων τους στις 19 Μαΐου.